Μ' αρέσουν τα δαχτυλίδια
πάντα μου άρεζαν
ίσως
από τότε
που μικροί
δέναμε
πευκοβελόνες
γύρω στα δάχτυλά μας
και καμαρώναμε
εμείς
όλοι εμείς
οι ανήλικοι
αρραβωνιαστικοί
των δέντρων.
Friday, March 05, 2010
Λέξεις V ή Ο μουγκός ποιητής
Χωρίς να μιλώ
γράφω λέξεις
μόνο λέξεις
στο χαρτί
τώρα πια
αφού κι όταν εφώναζα
κανείς
δεν έστηνε αυτί.
Μένει μόνο
τώρα
κάποιος
να τις διαβάσει
μπας
κι ακούσει.
γράφω λέξεις
μόνο λέξεις
στο χαρτί
τώρα πια
αφού κι όταν εφώναζα
κανείς
δεν έστηνε αυτί.
Μένει μόνο
τώρα
κάποιος
να τις διαβάσει
μπας
κι ακούσει.
Λέξεις IV
Παίζω πάλι στο καζίνο
εθισμός
στα τυχερά παιχνίδια,
στη ρουλέτα,
αποφάνθηκε
η ψυχίατρος
συνείδησή μου
Κι εγώ απτόητος
συνεχίζω.
Μόνο που πια
δεν ποντάρω μάρκες.
Στο μαύρο
ρίχνω
λέξεις
κι όλο βγαίνει
κόκκινο.
εθισμός
στα τυχερά παιχνίδια,
στη ρουλέτα,
αποφάνθηκε
η ψυχίατρος
συνείδησή μου
Κι εγώ απτόητος
συνεχίζω.
Μόνο που πια
δεν ποντάρω μάρκες.
Στο μαύρο
ρίχνω
λέξεις
κι όλο βγαίνει
κόκκινο.
Λέξεις ΙΙΙ
Όλοι καλοί
οι συνάδελφοι:
άλλος κουράστηκε
ν' ακούει
άλλος με τα κουπόνια
του θανάτου του
εγγράφει συνδρομητές
άλλος βαρέθηκε
να βλέπει.
Εγώ μόνος
με την τσάπα μου
συνεχίζω
να σκάβω οράματα
μπας κι εύρω
ξεχασμένη
μιαν αθανασία.
Και κατουρώ
ευτυχισμένος
πλούσια
πάνω σε λέξεις
όποτε
δεν τη βρίσκω.
οι συνάδελφοι:
άλλος κουράστηκε
ν' ακούει
άλλος με τα κουπόνια
του θανάτου του
εγγράφει συνδρομητές
άλλος βαρέθηκε
να βλέπει.
Εγώ μόνος
με την τσάπα μου
συνεχίζω
να σκάβω οράματα
μπας κι εύρω
ξεχασμένη
μιαν αθανασία.
Και κατουρώ
ευτυχισμένος
πλούσια
πάνω σε λέξεις
όποτε
δεν τη βρίσκω.
Λέξεις ΙΙ
Πώς γεμίζω τις σελίδες
με δυο τρεις λέξεις
χάους
κι άπειρους τόνους
σιωπής;
Σαν ένας τυφλός
τη νύχτα
που νιώθει
το σκοτάδι του
ακόμα πιο
βαθύ.
με δυο τρεις λέξεις
χάους
κι άπειρους τόνους
σιωπής;
Σαν ένας τυφλός
τη νύχτα
που νιώθει
το σκοτάδι του
ακόμα πιο
βαθύ.
Λέξεις Ι
Η διεύθυνσή μου
άλλαξε
δε μένω πια
εκεί
Μητρώνυμο πατρώνυμο
αλλιώτικα
δεν είμαι πια εγώ.
Και πίσω
από τις λέξεις
ποτέ πια
δε θα με βρείτε
πίσω από τις άδειες
τις γαμημένες
λέξεις.
Μου φαίνεται φιλόξενο
το θαρραλέο τίποτα
και βλέπω
πιο ξεκάθαρα
εδώ
τυφλός
την ορατότητα.
άλλαξε
δε μένω πια
εκεί
Μητρώνυμο πατρώνυμο
αλλιώτικα
δεν είμαι πια εγώ.
Και πίσω
από τις λέξεις
ποτέ πια
δε θα με βρείτε
πίσω από τις άδειες
τις γαμημένες
λέξεις.
Μου φαίνεται φιλόξενο
το θαρραλέο τίποτα
και βλέπω
πιο ξεκάθαρα
εδώ
τυφλός
την ορατότητα.
Thursday, March 04, 2010
Η Καθαρίστρια
Γράφω σήμερα
δεκάδες μικρούς στίχους
σκόρπιους
και τους πετώ
εδώ κι εκεί.
Αύριο θα περάσει
η καθαρίστρια
να τις σκουπίσει
να ευπρεπίσει λίγο
το χώρο
την ανοικοκύρευτη
σκέψη μου
να συγυρίσει λίγο
τη γλώσσα μου
το χωριό μου
να τις μαζέψει
με το φαράσι
και να τις ρίξει
στα σκουπίδια
τις ρημαγμένες λέξεις.
Αυτή η ρουμάνα
καθαρίστρια
με τα δυο της παιδιά
στο δημοτικό
να κλαίνε και
να προσπαθούν
να μάθουν
την άγνωστη γλώσσα.
Αυτή η ρουμάνα,
η κριτικός
της λογοτεχνίας
μου.
δεκάδες μικρούς στίχους
σκόρπιους
και τους πετώ
εδώ κι εκεί.
Αύριο θα περάσει
η καθαρίστρια
να τις σκουπίσει
να ευπρεπίσει λίγο
το χώρο
την ανοικοκύρευτη
σκέψη μου
να συγυρίσει λίγο
τη γλώσσα μου
το χωριό μου
να τις μαζέψει
με το φαράσι
και να τις ρίξει
στα σκουπίδια
τις ρημαγμένες λέξεις.
Αυτή η ρουμάνα
καθαρίστρια
με τα δυο της παιδιά
στο δημοτικό
να κλαίνε και
να προσπαθούν
να μάθουν
την άγνωστη γλώσσα.
Αυτή η ρουμάνα,
η κριτικός
της λογοτεχνίας
μου.
Wednesday, February 17, 2010
Σπατάλες
Πάντοτε έγραφε
ποιήματα μικρά
τρεις έως πέντε στίχους,
ποιήματα μεστά
με νόημα και ουσία.
Πώς, όμως, το 'γραψε
τέτοιο μεγάλο
των χιλίων τόσων στίχων;
Όταν διάφοροι ρωτούν
αυτός κρυφογελάει.
"Πώς το 'γραψα, πώς το 'γραψα!"
Τι το 'γραψε!
μέσα σε μια βραδιά
μάζεψε και συγκόλλησε
όλα τα σκόρπια κέρματα
της σπάταλης
ζωής του.
ποιήματα μικρά
τρεις έως πέντε στίχους,
ποιήματα μεστά
με νόημα και ουσία.
Πώς, όμως, το 'γραψε
τέτοιο μεγάλο
των χιλίων τόσων στίχων;
Όταν διάφοροι ρωτούν
αυτός κρυφογελάει.
"Πώς το 'γραψα, πώς το 'γραψα!"
Τι το 'γραψε!
μέσα σε μια βραδιά
μάζεψε και συγκόλλησε
όλα τα σκόρπια κέρματα
της σπάταλης
ζωής του.
Καπνιζόντων
Μετά το πρώτο
κι άλλο τσιγάρο
άναψα.
Κι εσύ δίπλα
μου λες
"Το κάπνισμα βλάπτει την υγεία".
Καλά λοιπόν! Το σβήνω.
Αν, όμως, δέκα χρόνια
μετά την ώρα μου πεθάνω,
να το ξέρεις:
Εσύ θα φταις!
κι άλλο τσιγάρο
άναψα.
Κι εσύ δίπλα
μου λες
"Το κάπνισμα βλάπτει την υγεία".
Καλά λοιπόν! Το σβήνω.
Αν, όμως, δέκα χρόνια
μετά την ώρα μου πεθάνω,
να το ξέρεις:
Εσύ θα φταις!
Monday, February 15, 2010
Έξι σχόλια
Αφού δοκιμάσαμε όλους τους τρόπους να πεθάνουμε, πρέπει πια να το πάρουμε απόφαση: είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε.
* * *
Ο πίνακας έδειχνε σπίτια παλιά, το 'να πάνω στο άλλο, με φορτωμένες κληματαριές κι αυλές με παρτέρια. Το παράθυρο δίπλα του έβγαζε στο δρόμο. Έβρεχε ασταμάτητα. Στην άσφαλτο κανείς.
Είναι κι αυτό ένας σχολιασμός.
* * *
Μια λάμπα πετρελαίου καρφωμένη στον τοίχο ως ντεκορασιόν. Ένας χαυλιόδοντας κοντά ένα μέτρο πεσμένος στα πόδια της.
Πώς πέθαναν;
* * *
Σαλεύουν οι φωτογραφίες, κινούνται προς το παρελθόν.
Κι εμείς νομίζουμε πως σταματούν μ' ένα τσακ το χρόνο.
* * *
Άπειρες οι μετάνοιες μέχρι που να έρθει η μία: του ληστή.
- Στ' αριστερά ή στα δεξιά του ήταν;
- Τι σημασία έχουν τώρα οι γεωμετρίες;
* * *
Το “πάντα” αλήθεια δε λέει ποτέ.
Και το “ποτέ” δεν είν' αλήθεια πάντα.
* * *
Ο πίνακας έδειχνε σπίτια παλιά, το 'να πάνω στο άλλο, με φορτωμένες κληματαριές κι αυλές με παρτέρια. Το παράθυρο δίπλα του έβγαζε στο δρόμο. Έβρεχε ασταμάτητα. Στην άσφαλτο κανείς.
Είναι κι αυτό ένας σχολιασμός.
* * *
Μια λάμπα πετρελαίου καρφωμένη στον τοίχο ως ντεκορασιόν. Ένας χαυλιόδοντας κοντά ένα μέτρο πεσμένος στα πόδια της.
Πώς πέθαναν;
* * *
Σαλεύουν οι φωτογραφίες, κινούνται προς το παρελθόν.
Κι εμείς νομίζουμε πως σταματούν μ' ένα τσακ το χρόνο.
* * *
Άπειρες οι μετάνοιες μέχρι που να έρθει η μία: του ληστή.
- Στ' αριστερά ή στα δεξιά του ήταν;
- Τι σημασία έχουν τώρα οι γεωμετρίες;
* * *
Το “πάντα” αλήθεια δε λέει ποτέ.
Και το “ποτέ” δεν είν' αλήθεια πάντα.
Αλέξανδρε (ΙΙ)
Δε λέω, ετοιμόρροπος ο αιώνας
γέμισε παγόβουνα που επιπλέουν
στη σιωπή μέσα των νερών.
Και για να πεις ένα τραγούδι
δε φτάνει φωνή να έχεις καθαρή
μα θέλει και την καρδιά
στην έσχατη στροφή
επικινδύνως να γέρνει κεντρόφυγα.
Άσε που οπωσδήποτε χρειάζεται
και υπογεγραμμένη η καταδίκη
για αντίσταση κατά της άνω αρχής.
Όμως ας μου επιτραπεί
την άδεια τη δική σας εγώ ζητώ
για να τον δω λιγάκι
εκ του σύνεγγυς
εγώ που μια τον ουρανό
και μια τη γη κοιτάζω
με μάτια κόκκινα απ' το φως
κι άσπρα από το αίμα
μαύρα απ' το μελάνι του
μαύρα για να τον δω
Αυτόν
εγώ
στη στάση εκείνη τη γνωστή
τη φωτογραφημένη
κι επανατυπωμένη μυριάκις
με το κεφάλι του γερτό
της κεντρομόλου δυνάμεως τέκνο
να πίνει τον καφέ του
στου Μπαρμπαγιάννη
σε τραπεζάκι μάρμαρο
με το κομπολογοκάκι του στο χέρι
την ώρα που πελάτες
μπαίνουν στον καφενέ
στα νύχια τους, όπως στην εκκλησία
μη και τον ενοχλήσουν.
Λέω να μου επιτραπεί
στον αταίριαστον εμένα
λίγο να τον παρατηρήσω
εκ του σύνεγγυς επαναλαμβάνω
χωρίς να φοβηθώ
μην τύχει και με κατσαδιάσει
για την αδιακρισία
και την αγένειά μου
ή -ακόμη το χειρότερο-
μη φοβηθεί και κουμπωθεί
και σηκωθεί και φύγει
και λιώσει σαν το φάντασμα
που πήδηξε εδώ από τον κόσμο πέρα
και θέλει να επιστρέψει
στους ίσκιους τους γνωστούς του.
Τον ακού τώρα πιο καθαρά
να μουρμουρίζει έναν ψαλμό
κάθε που πίνει μια γουλιά καφέ στενή
σαν το μικρό κελί του.
Και τονε βλέπω
χωρίς κινήσεις περιττές
με τ' άγια δάχτυλά του
δυο τρία ψίχουλα καπνού
ναν τα μαζεύει
που ξέφυγαν απ' την καπνοσακούλα
κι επιμελώς τα φυλακίζει πάλι
μη και λερώσει τη λευκότητα του κόσμου
αλλά και μη του λείψουνε το βράδυ
όταν θα σβήσει το γυαλί
και τότε θέλει λίγο τον καπνό
για να τον ταξιδέψει
σε μια Λιαλιώ
ή και σε μια Μοσχούλα
-μα τι κάθομαι και λέω τώρα
γέρος άνθρωπος.
Κοιτάζει ένα σκυλί
δίπλα του που ησυχάζει
μακριά απ' τις ανάγκες των ανθρώπων
ώρα πολλή απορροφάται
κάποια εικόνα από παλιά
ή απ' το μέλλον να φέρνει
μαζί του το αδέσποτο
μια Ουρανία ίσως και μια Σοφία
μια Κυρατσούλα άτυχες
λες κι ήτανε ποτέ
κανένας τυχερός
κι ένα νησί μισό γαλάζιο
μισό πράσινο
γεμάτο ιστορίες.
Και πάλι κάποιες ευχές
ξεφεύγουν απ' τα χείλη του
τα κίτρινα
κι αφήνει το καφεδάκι να κρυώνει.
Το ξέρει δα πολύ καλά:
δεν έχουν τελειωμό.
Saturday, February 13, 2010
Ο χρόνος
Δεν μπορεί
ο χρόνος
πρέπει να είναι
εφοπλιστής.
Άλλα καράβια του
βυθίζονται
άλλα συνεχίζουν
απτόητα
ταξίδια.
Όμως
αυτός εκεί:
στο γραφείο του
με το πούρο
στο στόμα
υπογράφει χαρτιά
κλείνει
ναύλους.
ο χρόνος
πρέπει να είναι
εφοπλιστής.
Άλλα καράβια του
βυθίζονται
άλλα συνεχίζουν
απτόητα
ταξίδια.
Όμως
αυτός εκεί:
στο γραφείο του
με το πούρο
στο στόμα
υπογράφει χαρτιά
κλείνει
ναύλους.
Σφυρίγματα
Ξέρω
τα ποιήματά μου μοιάζουν
με τα σφυρίγματα των τρένων
τις νύχτες.
Σφυρίζουν
στα όνειρα των ανθρώπων.
Πού τους ταξιδεύουν;
Κι εσύ έρχεσαι από μακριά
πίσω πολύ
από τότε που
όλα τα κορίτσια τα φώναζαν Μαρία
και τρέχανε στο χωματόδρομο
με μια αλογοουρά
ν' ανεμίζει στο χρόνο.
Τώρα
όταν κοιμάσαι
ακούς
τα σφυρίγματα του τρένου μου
πετάγεσαι από τον ύπνο
αλυχτισμένη
και για μια στιγμή μόνο
περνάει μπροστά σου
η εικόνα μου που φεύγω
μες στη νύχτα.
"Το 'χασα", λες
χωρίς να συνειδητοποιείς
ότι το τρένο μου
δεν έχει άλλη διαδρομή
και άλλη κατάληξη
παρά μόνο
στις δικές σου πατρίδες.
τα ποιήματά μου μοιάζουν
με τα σφυρίγματα των τρένων
τις νύχτες.
Σφυρίζουν
στα όνειρα των ανθρώπων.
Πού τους ταξιδεύουν;
Κι εσύ έρχεσαι από μακριά
πίσω πολύ
από τότε που
όλα τα κορίτσια τα φώναζαν Μαρία
και τρέχανε στο χωματόδρομο
με μια αλογοουρά
ν' ανεμίζει στο χρόνο.
Τώρα
όταν κοιμάσαι
ακούς
τα σφυρίγματα του τρένου μου
πετάγεσαι από τον ύπνο
αλυχτισμένη
και για μια στιγμή μόνο
περνάει μπροστά σου
η εικόνα μου που φεύγω
μες στη νύχτα.
"Το 'χασα", λες
χωρίς να συνειδητοποιείς
ότι το τρένο μου
δεν έχει άλλη διαδρομή
και άλλη κατάληξη
παρά μόνο
στις δικές σου πατρίδες.
Friday, February 12, 2010
Τα δέντρα
Τα μαύρα δέντρα
είναι το αγαπημένο
παιχνίδι
της φωτιάς.
Ένα τέτοιο δέντρο
κατάμαυρο
συνάντησα
στην παιδική μου αυλή.
- Παίζουμε; με ρωτάει
- Τι να παίξουμε;
- Παίζουμε τα δέντρα; μου ξαναλέει.
Από τότε
έγινα κι εγώ
ένας μεγάλος πεύκος
και πάνω μου ξεκουράζονται
πουλιά και σύννεφα
τριζόνια
και φωτιές.
είναι το αγαπημένο
παιχνίδι
της φωτιάς.
Ένα τέτοιο δέντρο
κατάμαυρο
συνάντησα
στην παιδική μου αυλή.
- Παίζουμε; με ρωτάει
- Τι να παίξουμε;
- Παίζουμε τα δέντρα; μου ξαναλέει.
Από τότε
έγινα κι εγώ
ένας μεγάλος πεύκος
και πάνω μου ξεκουράζονται
πουλιά και σύννεφα
τριζόνια
και φωτιές.
Βροχή
Τη θέλω τη βροχή
την πεθυμώ.
Βροχή πάνω στις σκάλες
στην άσφαλτο των ανθρώπων
στα φύλλα
χαμένη βροχή
στη θάλασσα.
Κι όμως
όταν έρχεται η βροχή
κι είμαι συνήθως μόνος
απεγνωσμένα
επιθυμώ
τους ανθρώπους.
Ανθρώπους
πάνω σε σκάλες
ανθρώπους
στην άσφαλτο
ανθρώπους
στα φύλλα
ανθρώπους
στη θάλασσα.
την πεθυμώ.
Βροχή πάνω στις σκάλες
στην άσφαλτο των ανθρώπων
στα φύλλα
χαμένη βροχή
στη θάλασσα.
Κι όμως
όταν έρχεται η βροχή
κι είμαι συνήθως μόνος
απεγνωσμένα
επιθυμώ
τους ανθρώπους.
Ανθρώπους
πάνω σε σκάλες
ανθρώπους
στην άσφαλτο
ανθρώπους
στα φύλλα
ανθρώπους
στη θάλασσα.
Friday, January 29, 2010
Τσουνάμι
Μου χαμομιλάει απόψε η σιωπή
σαν χαμομηλάκι στίχων πλάι
σ’ έναν νιαγάρα Όμηρο
μα τι μπορεί να πει
να με κρατήσει ξύπνιο
αφού κι η αγρύπνια
μια συμφωνία είναι
μεταξύ θανάτου και ζωής
και δεν τολμά κανείς από τους δυο
να τηνε σπάσει.
Απέραντη σιωπή
που μόνο η θάλασσα ακούει
κι αυτή όποτε βασανίζεται
με τα υπόγεια ρεύματα
και τα ποτάμια στο βυθό της
και τους σεισμούς
που στραβοκαταπίνει
και τους ξερνάει αχώνευτους
Η θάλασσα λίγο πριν ξεσπάσει
την ηρεμία μην ανέχοντας.
Λέω κι εγώ πως είμαι μόνος
μόνος σ’ αυτή την άβυσσο
κι ευθύς αυτή η άβυσσος
γεμίζει
κορμιά και μέλη ανθρώπινα
γεμίζει δέντρα με φυλλώματα
σαν αυτά που βλέπαμε
να ζωγραφίζουν
να χορεύουν στον τοίχο
κάθε που έστριβε αυτοκίνητο στη γειτονιά
και φώτιζε με προβολείς τ’ αόρατο
γεμίζει σπίτια κι αγροικίες
που στροβιλίζονται
σ' απέραντο ένα βαλς
και τρέχουν
κάπου να φτάσουν
κάτι να πουν
ένα μυστικό τόσο γνωστό
που μόνο μυστικό
δεν είναι
όμως ναν το προφτάσουν
πιο γρήγορα απ’ τον άλλον
που περπατάει πίσω τους
προσεκτικά
τελευταίος
μέσα στο κύμα
και με την απόχη του
ψαρεύει όσες πεταλίδες
ξέχασε η ζωή.
σαν χαμομηλάκι στίχων πλάι
σ’ έναν νιαγάρα Όμηρο
μα τι μπορεί να πει
να με κρατήσει ξύπνιο
αφού κι η αγρύπνια
μια συμφωνία είναι
μεταξύ θανάτου και ζωής
και δεν τολμά κανείς από τους δυο
να τηνε σπάσει.
Απέραντη σιωπή
που μόνο η θάλασσα ακούει
κι αυτή όποτε βασανίζεται
με τα υπόγεια ρεύματα
και τα ποτάμια στο βυθό της
και τους σεισμούς
που στραβοκαταπίνει
και τους ξερνάει αχώνευτους
Η θάλασσα λίγο πριν ξεσπάσει
την ηρεμία μην ανέχοντας.
Λέω κι εγώ πως είμαι μόνος
μόνος σ’ αυτή την άβυσσο
κι ευθύς αυτή η άβυσσος
γεμίζει
κορμιά και μέλη ανθρώπινα
γεμίζει δέντρα με φυλλώματα
σαν αυτά που βλέπαμε
να ζωγραφίζουν
να χορεύουν στον τοίχο
κάθε που έστριβε αυτοκίνητο στη γειτονιά
και φώτιζε με προβολείς τ’ αόρατο
γεμίζει σπίτια κι αγροικίες
που στροβιλίζονται
σ' απέραντο ένα βαλς
και τρέχουν
κάπου να φτάσουν
κάτι να πουν
ένα μυστικό τόσο γνωστό
που μόνο μυστικό
δεν είναι
όμως ναν το προφτάσουν
πιο γρήγορα απ’ τον άλλον
που περπατάει πίσω τους
προσεκτικά
τελευταίος
μέσα στο κύμα
και με την απόχη του
ψαρεύει όσες πεταλίδες
ξέχασε η ζωή.
Sunday, November 16, 2008
Τελεία
Άλλο ένα ποίημα
σ’ αυτό το καταραμένο φως
το μαύρο
με τους άσπρους κύκλους
που λιώνει τα μάτια
Άλλο ένα ποίημα
που δε θα τελειώσει
που θα μείνει εδώ
να με στοιχειώνει
λες και κάποιο ποίημα
- σαν τους πολέμους του Αναγνωστάκη-
τέλειωσεν ποτές.
Και να λέει ο κόσμος
Μα καλά,
τι άνθρωπος κι εσύ
γιατί δε βάζεις μια τελεία
να ολοκληρώσεις κάτι
γιατί δε φτάνεις στο στόχο
στο σκοπό
τόσο δύσκολο είναι
να πάρεις το δρόμο
και να φτάσεις
στον τελικό κήπο
με τις ροδακινιές
και τ’ άλλα δέντρα
τα ψεύτικα;
Ναι, τόσο δύσκολο είναι
σχεδόν ακατόρθωτο
για μένα τέλος πάντων
να φτάσω εκεί
και να ξεκουραστώ
στον ίσκιο
και στα γάργαρα νερά
που τρέχουν κι αυτά
χωρίς προορισμό
κι όταν φτάνουν
χωρίς σχεδόν ναν το καταλάβουν
στη θάλασσα
γίνονται μ’ αυτήν ένα
και χάνονται
Δε θέλω να ξεκουραστώ
δε θέλω να βάλω τελεία
να αφομοιωθώ
να χαθώ
για να με ψάχνουν μετά
στα λεξικά
και στις ψεύτικες ανθολογίες
Θέλω μόνο να βρω
έναν κήπο αληθινό
με αληθινά λουλούδια
όχι χάρτινα
γι’ αυτό τα ποιήματά μου
δεν τελειώνουν
γι’ αυτό δύσκολο πολύ
σχεδόν ακατόρθωτο
για μένα τουλάχιστον
να γράψω τελεία
σ’ αυτό το καταραμένο φως
το μαύρο
με τους άσπρους κύκλους
που λιώνει τα μάτια
Άλλο ένα ποίημα
που δε θα τελειώσει
που θα μείνει εδώ
να με στοιχειώνει
λες και κάποιο ποίημα
- σαν τους πολέμους του Αναγνωστάκη-
τέλειωσεν ποτές.
Και να λέει ο κόσμος
Μα καλά,
τι άνθρωπος κι εσύ
γιατί δε βάζεις μια τελεία
να ολοκληρώσεις κάτι
γιατί δε φτάνεις στο στόχο
στο σκοπό
τόσο δύσκολο είναι
να πάρεις το δρόμο
και να φτάσεις
στον τελικό κήπο
με τις ροδακινιές
και τ’ άλλα δέντρα
τα ψεύτικα;
Ναι, τόσο δύσκολο είναι
σχεδόν ακατόρθωτο
για μένα τέλος πάντων
να φτάσω εκεί
και να ξεκουραστώ
στον ίσκιο
και στα γάργαρα νερά
που τρέχουν κι αυτά
χωρίς προορισμό
κι όταν φτάνουν
χωρίς σχεδόν ναν το καταλάβουν
στη θάλασσα
γίνονται μ’ αυτήν ένα
και χάνονται
Δε θέλω να ξεκουραστώ
δε θέλω να βάλω τελεία
να αφομοιωθώ
να χαθώ
για να με ψάχνουν μετά
στα λεξικά
και στις ψεύτικες ανθολογίες
Θέλω μόνο να βρω
έναν κήπο αληθινό
με αληθινά λουλούδια
όχι χάρτινα
γι’ αυτό τα ποιήματά μου
δεν τελειώνουν
γι’ αυτό δύσκολο πολύ
σχεδόν ακατόρθωτο
για μένα τουλάχιστον
να γράψω τελεία
Saturday, May 10, 2008
Συρματόπλεγμα
.
Δεν μπορώ
να βλέπω
τα θλιμμένα σου μάτια.
Τα κουρασμένα μάτια σου.
Είναι σαν
τα συρματοπλέγματα
της φυλακής
που φτάνουν ως
τον ουρανό
και που μόνο
αν τα χαλάσεις,
αν ανοίξεις με το ψαλίδι
τρύπες,
θα μπορέσεις να ξεφύγεις.
Δε δύνασαι ποτέ
να τα ξεπεράσεις αλλιώς.
Δεν μπορείς, ας πούμε,
να πηδήξεις από πάνω τους,
δεν μπορείς
να τα σκαρφαλώσεις
ούτε να προσποιηθείς
πως δεν τα βλέπεις
και σαν ιδεαλιστής Ιησούς
να περάσεις ανάμεσά τους.
Δεν μπορώ
τα θλιμμένα μάτια σου,
τα κουρασμένα.
Είναι που τ’ αγαπώ ακόμη
όπως ο ίδιος ο φυλακισμένος
–της φυλακής που έλεγα πριν-
αγαπάει
το κελί του.
Γιατί όταν χιόνιζε
στα προαύλια των ανθρώπων,
αυτός δεν κρύωνε.
Κι όταν έβρεχε έξω ο κόσμος,
αυτός είχε μια ομπρέλα.
Τι θα γίνουν τώρα
τα θλιμμένα μάτια σου;
Πού θα ακουμπήσουν;
Κλείσε τα βλέφαρα
τώρα που φεύγω.
Ράψε και το συρματόπλεγμα
να κρατηθούν οι αναμνήσεις.
Μη με κοιτάς.
Είναι μια παγωμένη
άνοιξη
τα μάτια σου
αυτή τη νύχτα
που δε λέει
να ξημερώσει
ο ουρανός.
Δεν μπορώ
να βλέπω
τα θλιμμένα σου μάτια.
Τα κουρασμένα μάτια σου.
Είναι σαν
τα συρματοπλέγματα
της φυλακής
που φτάνουν ως
τον ουρανό
και που μόνο
αν τα χαλάσεις,
αν ανοίξεις με το ψαλίδι
τρύπες,
θα μπορέσεις να ξεφύγεις.
Δε δύνασαι ποτέ
να τα ξεπεράσεις αλλιώς.
Δεν μπορείς, ας πούμε,
να πηδήξεις από πάνω τους,
δεν μπορείς
να τα σκαρφαλώσεις
ούτε να προσποιηθείς
πως δεν τα βλέπεις
και σαν ιδεαλιστής Ιησούς
να περάσεις ανάμεσά τους.
Δεν μπορώ
τα θλιμμένα μάτια σου,
τα κουρασμένα.
Είναι που τ’ αγαπώ ακόμη
όπως ο ίδιος ο φυλακισμένος
–της φυλακής που έλεγα πριν-
αγαπάει
το κελί του.
Γιατί όταν χιόνιζε
στα προαύλια των ανθρώπων,
αυτός δεν κρύωνε.
Κι όταν έβρεχε έξω ο κόσμος,
αυτός είχε μια ομπρέλα.
Τι θα γίνουν τώρα
τα θλιμμένα μάτια σου;
Πού θα ακουμπήσουν;
Κλείσε τα βλέφαρα
τώρα που φεύγω.
Ράψε και το συρματόπλεγμα
να κρατηθούν οι αναμνήσεις.
Μη με κοιτάς.
Είναι μια παγωμένη
άνοιξη
τα μάτια σου
αυτή τη νύχτα
που δε λέει
να ξημερώσει
ο ουρανός.
Saturday, May 03, 2008
Lost
.
Γελώ συνήθως
από μέσα μου
όσες φορές
φίλοι διάφοροι
που διαβάζουν
αυτές τις δυο σελίδες μου
την πρώτη με
τα κείμενά μου τα πεζά
και την άλλην
την πιο κρυφή
μ’ αυτά τα δόλια
τα –που λέω εγώ- ποιήματα
δηλώνουν περισπούδαστα
πως απ’ τις δύο
προτιμούν αυτήν
με τα πεζά
γιατί –πώς να το κάνουμε
αυτή είναι
η εποχή μας-
ό,τι έχουν για να πουν
το λένε απερίφραστα
χωρίς να κρύβονται
πίσω από βαριές
κουρτίνες μεταφορικές
και άλλα κρούσματα του λόγου.
Πάρε παράδειγμα, μου λεν,
τα όμοια θέματά σου
για τον Παπαδιαμάντη
πόσο κομψά
στέκεται το πεζό σου
και πόσο λες ότι κάτι λείπει
από το άλλο, το ποίημα.
Γελώ υπογείως.
Γιατί γνωρίζω
πως υπάρχουνε οι κάμποι
κι οι πεδιάδες
με τους αγρότες τους
να σπέρνουν στάρια
και κριθάρια
παλιότερα και βρώμη
για τα ζωντανά
με τα ποτάμια τους
τα δάση –λιγοστά-
τα λιόδεντρα και άλλες καλλιέργειες
όπως υπάρχουν
και τα βουνά με τις πλαγιές
και τις χαράδρες τους
-αυτά για τους ποιμένες.
Και ζουν εκεί και τα πονούν
φυτοζωούν
σπρώχνουνε τέλος πάντων
με κάποιο τρόπο κάθε φορά
τη ρόδα να γυρίσει.
Άλλος θα βρει νερό
άλλου θα του στερέψει το πηγάδι
σ’ άλλον κάποια αρνιά
θα φάει ο λύκος
άλλον θα τον ρημάξουν
οι ακρίδες.
Μερικοί κέρδισαν το λαχείο
με των συναισθημάτων
τις τελευταίες ανατιμήσεις
κι άνοιξαν ξενυχτάδικο
στην επαρχιακή οδό
και σιγοντάρουν τους καημούς
της νέας ρωμιοσύνης.
Αλλά ποιος απ’ αυτούς
τους –λέω εγώ- αγροτοποιμένες
αλύχτησε ποτέ
περισσότερο
ή ένιωσε πιο έρημος
και πιο απελπισμένος
πιο σύντροφος στο θάνατο
από το ναυαγό σε ένα
ξερονήσι;
Μένα μ’ αρέσουν τα ποιήματα
γιατί είναι ξερονήσια
ή διότι
μ’ αυτά ξεκίνησα να ζω
κι εδώ ξαναγυρίζω τώρα.
Γελώ συνήθως
από μέσα μου
όσες φορές
φίλοι διάφοροι
που διαβάζουν
αυτές τις δυο σελίδες μου
την πρώτη με
τα κείμενά μου τα πεζά
και την άλλην
την πιο κρυφή
μ’ αυτά τα δόλια
τα –που λέω εγώ- ποιήματα
δηλώνουν περισπούδαστα
πως απ’ τις δύο
προτιμούν αυτήν
με τα πεζά
γιατί –πώς να το κάνουμε
αυτή είναι
η εποχή μας-
ό,τι έχουν για να πουν
το λένε απερίφραστα
χωρίς να κρύβονται
πίσω από βαριές
κουρτίνες μεταφορικές
και άλλα κρούσματα του λόγου.
Πάρε παράδειγμα, μου λεν,
τα όμοια θέματά σου
για τον Παπαδιαμάντη
πόσο κομψά
στέκεται το πεζό σου
και πόσο λες ότι κάτι λείπει
από το άλλο, το ποίημα.
Γελώ υπογείως.
Γιατί γνωρίζω
πως υπάρχουνε οι κάμποι
κι οι πεδιάδες
με τους αγρότες τους
να σπέρνουν στάρια
και κριθάρια
παλιότερα και βρώμη
για τα ζωντανά
με τα ποτάμια τους
τα δάση –λιγοστά-
τα λιόδεντρα και άλλες καλλιέργειες
όπως υπάρχουν
και τα βουνά με τις πλαγιές
και τις χαράδρες τους
-αυτά για τους ποιμένες.
Και ζουν εκεί και τα πονούν
φυτοζωούν
σπρώχνουνε τέλος πάντων
με κάποιο τρόπο κάθε φορά
τη ρόδα να γυρίσει.
Άλλος θα βρει νερό
άλλου θα του στερέψει το πηγάδι
σ’ άλλον κάποια αρνιά
θα φάει ο λύκος
άλλον θα τον ρημάξουν
οι ακρίδες.
Μερικοί κέρδισαν το λαχείο
με των συναισθημάτων
τις τελευταίες ανατιμήσεις
κι άνοιξαν ξενυχτάδικο
στην επαρχιακή οδό
και σιγοντάρουν τους καημούς
της νέας ρωμιοσύνης.
Αλλά ποιος απ’ αυτούς
τους –λέω εγώ- αγροτοποιμένες
αλύχτησε ποτέ
περισσότερο
ή ένιωσε πιο έρημος
και πιο απελπισμένος
πιο σύντροφος στο θάνατο
από το ναυαγό σε ένα
ξερονήσι;
Μένα μ’ αρέσουν τα ποιήματα
γιατί είναι ξερονήσια
ή διότι
μ’ αυτά ξεκίνησα να ζω
κι εδώ ξαναγυρίζω τώρα.
Monday, October 08, 2007
Αλέξανδρε
Τόσα σπίτια
κατάφυτη η Σκίαθος από οικοδομές
οικίες μέσα στο πράσινο
χωρίς ντροπή
να το διακόπτουν
μέσα στο μαύρο των καμένων
μόλις διασωσμένες
από ήρωες πυροσβέστες
εμπρηστές
τόσοι οικισμοί
ρουμς του λετ
αεροπλάνα φέρνουν τουρίστες
να φαν σουβλάκι και γύρο
καταμαράν και δελφίνια εκ Πειραιώς
ανοίγουν δρόμους στη θάλασσα
χαρακιές που δεν κλείνουν
ολόκληρο νησί
παλεύει τους τουρίστες
κι ακόμη να το νικήσουν
να υποταχτεί
να πάει στο διάολο
όπως τόσα και τόσα
ίσως να φταίει γι’ αυτό
ο άγιος και προστάτης του
ο «να ’χαν ποτέ τελειωμό»
ίσως αυτός
να ευθύνεται που το νησί
ακόμη ταξιδεύει στο γαλάζιο
που ακόμη δεν ξόκειλε
στις ρήχες
και μπορείς ν’ αγναντεύεις
ακόμη από το Ρολόι
την ξεχασμένη καθαρεύουσα και
τους εμπόρους των εθνών
στο καθημερινό αλισβερίσι τους
έψαξα με νύχια και με δόντια να τον βρω
σ’ όλα τα σπίτια
στα παλάτια μέσα στα πεύκα
στα νεόδμητα τσιφτετέλια
και στους ρυθμούς
των βόρειων ξανθών γλωσσών
που πλαταγίζουν ηδονικά
πάνω στις παγωμένες μπίρες
στη γωνιά που πέθανε δεν ήταν
για μια στιγμή πίστεψα πως το φλας
θα έπιανε το σχήμα του
όμως όχι
δεν ήταν εκεί
ανήμπορος ο ψηφιακός πολιτισμός
να τον απαθανατίσει
κενό το κρεβατάκι
κι ο καναπές δίπλα στο τζάκι
άδειος ο σοφράς.
Τόσα σπίτια πια στην Σκίαθο
σε ποιο απ’ όλα κατοικείς;
κατάφυτη η Σκίαθος από οικοδομές
οικίες μέσα στο πράσινο
χωρίς ντροπή
να το διακόπτουν
μέσα στο μαύρο των καμένων
μόλις διασωσμένες
από ήρωες πυροσβέστες
εμπρηστές
τόσοι οικισμοί
ρουμς του λετ
αεροπλάνα φέρνουν τουρίστες
να φαν σουβλάκι και γύρο
καταμαράν και δελφίνια εκ Πειραιώς
ανοίγουν δρόμους στη θάλασσα
χαρακιές που δεν κλείνουν
ολόκληρο νησί
παλεύει τους τουρίστες
κι ακόμη να το νικήσουν
να υποταχτεί
να πάει στο διάολο
όπως τόσα και τόσα
ίσως να φταίει γι’ αυτό
ο άγιος και προστάτης του
ο «να ’χαν ποτέ τελειωμό»
ίσως αυτός
να ευθύνεται που το νησί
ακόμη ταξιδεύει στο γαλάζιο
που ακόμη δεν ξόκειλε
στις ρήχες
και μπορείς ν’ αγναντεύεις
ακόμη από το Ρολόι
την ξεχασμένη καθαρεύουσα και
τους εμπόρους των εθνών
στο καθημερινό αλισβερίσι τους
έψαξα με νύχια και με δόντια να τον βρω
σ’ όλα τα σπίτια
στα παλάτια μέσα στα πεύκα
στα νεόδμητα τσιφτετέλια
και στους ρυθμούς
των βόρειων ξανθών γλωσσών
που πλαταγίζουν ηδονικά
πάνω στις παγωμένες μπίρες
στη γωνιά που πέθανε δεν ήταν
για μια στιγμή πίστεψα πως το φλας
θα έπιανε το σχήμα του
όμως όχι
δεν ήταν εκεί
ανήμπορος ο ψηφιακός πολιτισμός
να τον απαθανατίσει
κενό το κρεβατάκι
κι ο καναπές δίπλα στο τζάκι
άδειος ο σοφράς.
Τόσα σπίτια πια στην Σκίαθο
σε ποιο απ’ όλα κατοικείς;
Subscribe to:
Posts (Atom)